Ta Nea tis Mikrospilias 24 | Ειδήσεις από την Άρτα και όλη την Ήπειρο
  • ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
  • ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΕΜΑΣ
  • ΜΙΚΡΟΣΠΗΛΙΑ TV
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • I ❤ ΜΙΚΡΟΣΠΗΛΙΑ
  • ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
  • ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΕΜΑΣ
  • ΜΙΚΡΟΣΠΗΛΙΑ TV
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • I ❤ ΜΙΚΡΟΣΠΗΛΙΑ

ΤΟ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΚΟΜΙΤΑΤΟ 15:30

4/11/2013

0 Comments

 
Ένοπλη δράση και προετοιμασία προπαραμονές των Βαλκανικών Πολέμων ...
Picture
...
Η οργάνωση του προαπελευθερωτικού αγώνα στην Ήπειρο κατά τα τελευταία έτη της οθωμανικής κυριαρχίας υποστηρίχθηκε από το Ηπειρωτικό Κομιτάτο, επίσης γνωστό στη βιβλιογραφία και ως Ηπειρωτική Εταιρεία, που ιδρύθηκε το 1906. Σε αυτή την προσπάθεια καίρια υπήρξε υποστήριξη των τοπικών προξενικών και εκκλησιαστικών αρχών, καθώς και των χιλιάδων επώνυμων και ανώνυμων Ηπειρωτών, που συνέβαλαν στην ισχυροποίηση της οργάνωσης με τη διανομή οπλισμού, τη μύηση νέων μελών, τη συγκρότηση επαναστατικών επιτροπών σε πόλεις και χωριά, καθώς και με τη δημιουργία εκτεταμένου δικτύου πληροφοριών. Στις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, τον Οκτώβριο του 1912, τα ανταρτικά σώματα στην τουρκοκρατούμενη Ήπειρο αριθμούσαν πλέον των 3.200 ατόμων, τα οποία διεξήγαν επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον οθωμανικών διωκτικών τμημάτων, καθώς και ατάκτων ομάδων που δρούσαν εις βάρος του τοπικού πληθυσμού.

Αρχέγονος Ελλάς, όπως ονομαζόταν η Ήπειρος από συγγραφείς της αρχαιότητας, υπήρξε από τα προπύργια του Ελληνισμού σε διάφορες ι­στορικές περιόδους. Κατά την ύστερη βυζαντι­νή περίοδο εμφανίστηκαν εκεί οι πρώτες ε­στίες αντίστασης των Ελλήνων, με την ίδρυση του ομώ­νυμου δεσποτάτου, ενώ σι εξεγέρσεις κατά της οθωμα­νικής κυριαρχίας άρχισαν να σημειώνονται ήδη από τις πρώτες δεκαετίες της τουρκικής παρουσίας στην Ήπειρο, κατά τον 15ο αιώνα. Οι ένοπλες εξεγέρσεις κορυφώ­θηκαν με την επανάσταση του Διονυσίου, του επονομα­ζόμενου από τους Τούρκους ως «Σκυλοσόφου», το 1611. Η τελευταία κατεστάλη βίαια και τα αντίποινα που επέ­βαλαν οι κατακτητές μετέβαλαν άρδην την κοινωνική και οικονομική δομή της περιοχής, καθώς υπήρξαν ε­κτοπίσεις πληθυσμών, μαζικές λεηλασίες και εγκατα­στάσεις μουσουλμάνων εποίκων στο κάστρο των Ιωαννί­νων. 

Οι αιώνες της Τουρκοκρατίας χαρακτηρίσθηκαν από συχνές αυθαιρεσίες των αρχών, σφαγές, επιβολή βαριάς φορολογίας, υφαρπαγές περιουσιών και ηθικές ταπεινώσεις. Έχοντας περιέλθει σε αυτή την απελπιστι­κή κατάσταση πολλοί Ηπειρώτες αναγκάστηκαν να ε­γκαταλείψουν τους οικισμούς των πεδιάδων και να κα­ταφύγουν σε ασφαλέστερους και πιο δυσπρόσιτους ορεινούς τόπους. Τον 16ο αιώνα τοποθετείται και η εγκα­τάσταση ανυπότακτων ντόπιων στην περιοχή του Σουλί­ου, που υπήρξε το ορμητήριο ηρωικών αγώνων και κυ­ματοθραύστης των επίμονων τουρκικών προσπαθειών οι οποίες είχαν στόχο την εκπόρθησή του. 


Αποφασιστι­κή υπήρξε η συμβολή των Ηπειρωτών και στην Επανά­σταση του 1821. Ηδη από την προετοιμασία του Αγώνα, τα δύο από τα τρία ιδρυτικά μέλη της Φιλικής Εταιρείας ήταν Ηπειρώτες. Ομως η έναρξη της Επανάστασης βρή­κε την Ήπειρο να έχει μεταβληθεί σε πεδίο πολεμικών συγκρούσεων, μεταξύ των δυνάμεων του σουλτάνου και του Τουρκαλβανού αποστάτη Αλή πασά των Ιωαννίνων. Παρ’ όλη τη μαζική κινητοποίηση και τη συμβολή των ε­νόπλων Ηπειρωτών στην Επανάσταση -μεταξύ αυτών και των Σουλιωτών υπό τον θρυλικό Μάρκο Μπότσαρη- ό­που το απαιτούσαν οι ανάγκες για το Έθνος, η νεοσύ­στατη Ελλάς περιορίστηκε στη γραμμή Αμβρακικού – Σπερχειού. Η μη ενσωμάτωση της Ηπείρου σηματοδότησε μια νέα εποχή, κατά την οποία ήταν έντονος ο πάθος για έ­νωση, πλέον, με την πατρίδα. Σε αυτό το πλαίσιο, σημει­ώθηκαν εξεγέρσεις κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πο­λέμου το 1854, που εξαπλώθηκαν και στη γειτονική Θεσσαλία. 


Όμως, παρά τις αρχικές επιτυχίες, η επανάσταση δεν κατόρθωσε να εδραιωθεί και οι εξεγερθέντες ηττήθηκαν στο Πέτα. Ανάλογη τύχη είχε και η εξέγερση του 1878 με τις επαναστατημένες δυνάμεις που εκμεταλλεύτηκαν τη συγκυρία ε­νός, ακόμη, ρωσοτουρκίκού πολέμου να θέτουν υπό τον προσωρινό έλεγχο τους περιοχές στα Τζουμέρκα και στο Δέλβινο. Η καταστολή των επαναστάσεων συ­νοδευόταν πάντα από θηριωδίες από μέρους των οθωμανικών στρατευμάτων. Τα τελευταία, συνεπικουρούμενα από σώματα Αλβανών ατάκτων, επιδίδονταν σε ακρότητες εις βάρος του πληθυ­σμού, και συγκεκριμένα σε πυρπολήσεις χωριών, ληστρικές επιδρομές, μαζικούς βασανισμούς και εκτελέσεις αμάχων.

ΝΕΑ ΠΡΑΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΝ ΑΥΓΗ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ

Η συγκρότηση ένοπλων αντιστασια­κών ομάδων από Ηπειρώτες συνεχίστη­κε και μετά το Συνέδριο του Βερολίνου (1878) και την επιδίκαση της περιοχής της Άρτας στην Ελλάδα. Οι ελπίδες ό­μως για ένωση κλονίσθηκαν με τον ατυ­χή πόλεμο του 1897 ο οποίος καταρρά­κωσε το ηθικά των κατοίκων. 

Στην ανα­τολή του 20ού αιώνα και ενώ η στρατιω­τική και πολιτική ηγεσία της Ελλάδας σταδιακά αναδιοργανωνόταν μετά την επαίσχυντη ήττα, η ανάγκη για δημιουργία οργανωμένης συντονιστικής αρχής που θα προετοίμαζε τις συνθήκες για τον απελευθερωτικό αγώνα και θα εν­δυνάμωνε το αγωνιστικό αίσθημα, πα­ράλληλα με την υποστήριξη ενός αδιά­βλητου δικτύου πληροφοριών, γινόταν όλο και πιο επιτακτική. Την εποχή εκεί­νη στην Ήπειρο είχε εισβάλει η αλβανι­κή προπαγάνδα, που υποστηριζόταν κυ­ρίως από την αυστριακή και ιταλική εξω­τερική πολιτική, ενώ ενισχυόταν απολύ­τως και από τις τουρκικές αρχές. Δευτε­ρεύοντα ρόλο έπαιξε η προπαγάνδα από την πλευρά της Ρουμανίας, η οποία επιχείρησε να προσεταιρισθεί τις ελληνοβλαχικές κοινότητες της Πίνδου. Υπό αυτές τις συνθήκες, το οθωμανικό κρά­τος συνέπραττε συστηματικά με λη­στρικές συμμορίες, προκειμένου να κα­ταφέρει ισχυρά πλήγματα στο ελληνικό στοιχείο και να περιορίσει τις εθνικές του διεκδικήσεις.

Καθώς η παρουσία των ξένων συμ­φερόντων γινόταν ολοένα και πιο έντο­νη. Οι  Ηπειρώτες δεν παρέμειναν αδρα­νείς, και επιφανείς προσωπικότητες του τόπου αλλά και της ηπειρωτικής δια­σποράς ανέλαβαν πρωτοβουλία για την ανάσχεση της ξένης προπαγάνδας. Άρχισαν να συγκροτούνται, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, κατά τόπους α­ντιστασιακές ομάδες Ηπειρωτών που εί­χαν την υποστήριξη των ελληνικών προ­ξενείων και του ηπειρωτικού Τύπου, ο ο­ποίος εκδιδόταν στην ελεύθερη Ελλά­δα. με προεξάρχουσα την εφημερίδα «Φωνή της Ηπείρου» στην Αθήνα, από τον Γεώργιο Γάγαρη. Το συγκεκριμένο έ­ντυπο αποκάλυπτε επίσης την κακοδια­χείριση και τις αθλιότητες γενικότερα της οθωμανικής διοίκησης, ενώ οι αντα­ποκριτές του που διαβιούσαν στην Ήπειρο αναγκαστικά αρθρογραφούσαν με ψευδώνυμο.

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ

Τα αίτια που οδήγησαν στην οργάνω­ση του προαπελευθερωτικού αγώνα στην Ήπειρο και στην ίδρυση του Ηπει­ρωτικού Κομιτάτου δεν διέφεραν από ε­κείνα που προκάλεσαν την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα, του οποίου οι α­παρχές τοποθετούνται ήδη το 1903. Βέ­βαια, οι περιστάσεις απαιτούσαν την ύ­παρξη ενιαίας αρχής με άρτια οργάνωση, στελεχωμένης από πρόσωπα που διέθεταν κύρος και αποφασιστικότητα. Γι΄αυτό τον σκοπό, το 1906, και συγκεκριμένα τη συμβολική ημερομηνία 25 Μαρτί­ου, ιδρύθηκε από επιφανείς Ηπειρώτες στην Αθήνα η «Ηπειρωτική Εταιρεία», γνωστή επίσης ως ”Ηπειρωτικό Κομιτάτο” . που έμελλε να διαδραματίσει πρω­ταγωνιστικά ρόλο στην εθνική συσπεί­ρωση και να αναλάβει επαναστατική δρά­ση στην περιοχή κατά τα τελευταία έτη της Τουρκοκρατίας στην Ηπειρο.

Η προεδρία της Ηπειρωτικής Εται­ρείας ανατέθηκε στον αντισυνταγμα­τάρχη πυροβολικού Παναγιώτη Δαγκλή, απόγονο Σουλιωτών οπλαρχηγών του 1821. Η επιλογή του ως προέδρου δεν ή­ταν τυχαία, καθώς ο Δαγκλής διέθετε κύρος στο στράτευμα και ταυτόχρονα ασκούσε σημαντική επιρροή στη βασιλι­κή οικογένεια. Ομως, ο ιθύνων νους του εγχειρήματος και η ψυχή της όλης δρά­σης από τη στιγμή της σύστασης της Εταιρείας μέχρι και την απελευθέρωση της Ηπείρου υπήρξε ο υπομοίραρχος Χωροφυλακής Σπυρίδων Σπυρομήλιος από τη Χειμάρρα. Ο Σπυρομήλιος από­γονος στρατιωτικής οικογένειας με ση­μαντική εθνική δράση, είχε και ο ίδιος στο ενεργητικό του αξιόλογη συμμετο­χή σε ενόπλους αγώνες: από το 1903 συ­νεργάστηκε με τον Κωνσταντίνο Μαζα- ράκη για την προπαρασκευή του Μακεδονικού Αγώνα και το επόμενο έτος το­ποθετήθηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης. Επιπλέον, ανέλαβε σειρά από εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον Βουλγάρων κομιτατζήδων στην περιοχή του Βερμίου. Σε μία μάλι­στα από αυτές τραυματίστηκε σοβαρά.

Την ιδρυτική ομάδα πλαισίωναν δια­κεκριμένοι Ηπειρώτες αξιωματικοί, ό­πως ο ταγματάρχης μηχανικού Χρήστος Μαλάμος, ο υπολοχαγός οικονομικού Χρήστος Χρόνης, ο ανθυπίλαρχος Βασί­λειος Μελάς και ο ανθυποπλοίαρχος Χαρίλαος Λιάμπεης. Εκτός των στρατιω­τικών, αρκετά από το ιδρυτικά μέλη ή­ταν επίσης επιφανείς προσωπικότητες, προερχόμενες κυρίως από τον χώρο της πολιτικής και των γραμμάτων, όπως ο δημοσιογράφος και λογοτέχνης Χρή­στος Χρηστοβοσίλης, ο γενικός διευθυ­ντής ΣΠΑΠ Γεώργιος Δούμας, ο υφηγη­τής πανεπιστημίου Μιλτιάδης Πανταζής, ο δικηγόρος Περικλής Καραπάνος, ο δημοσιογράφος Γεώργιος Γάγαρης και ο πολιτικός Αυγερινός Αβέρωφ.

Picture
Αμέσως μετά τη σύσταση της οργά­νωσης ιδρύθηκαν οι τρεις διευθύνσεις του Κομιτάτου στα σημαντικότερα αστι­κά κέντρα της Ηπείρου, όπου έδρευαν και τα οικεία προξενεία Ιωαννίνων (Α’), Πρέβεζας (Β’) και Αργυροκάστρου (Γ’), ενώ την οργάνωση τους ειχε αναλάβει απευθείας ο ίδιος ο Σπυρομήλίος. Το κύριο 6άρος της δράσης επωμίσθηκε η Α” Διεύθυνση Ιωαννίνων, της οποίας την ηγεσία ανέλαβε ο υπολοχαγός Κωνστα­ντίνος Τσιριγώτης, ο οποίος επισήμως τοποθετήθηκε ως γραμματέας στο τοπι­κό προξενείο. Μέχρι την αποχώρησή του από τα Ιωάννινα το 1908 ανέπτυξε σημα­ντική δράση προσφέροντας ανεκτίμη­τες υπηρεσίες όσον αφορά την επιλογή και μύηση νέων μελών, την οργάνωση ε­νόπλων ομάδων συνολικού αριθμού 500 ατόμων, καθώς και τη συλλογή πληρο­φοριών. Παράλληλα, τοποθετήθηκαν έ­μπιστα πρόσωπα σε καίριες θέσεις και δημιουργήθηκαν ειδικά τμήματα στα κα­τά τόπους προξενεία, τα οποία διευθύ­νονταν μυστικά από Έλληνες αξιωματι­κούς, που έφεραν συνήθως δύο ονόμα­τα, ένα ως «υπάλληλοι» και ένα ως μέλη της οργάνωσης. 

Η μετάδοση των πληρο­φοριών προς την ελεύθερη Ελλάδα πραγματοποιείτο μέσω μυστικού κρυ­πτογραφικού κώδικα, ενώ η μεταφορά της αλληλογραφίας γινόταν από άτομα της απολύτου εμπιστοσύνης -ειδικούς ταχυδρόμους, χωρικούς, βοσκούς, αγω­γιάτες- η και με τη συμμετοχή αμαξά­δων, οι οποίοι τη μετέφεραν μέσα σε ει­δικές κρύπτες. Επιπλέον στην Α’ Διεύ­θυνση συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Αλέξανδρος Αειβαδεύς, γραμματέας αρ­γότερα της Διεύθυνσης, ο Νικόλαος Χαντέλης, διερμηνέας του προξενείου, ο δικηγόρος Γεώργιος Τζαβέλλας, ο Μιχά­λης Λόντος, ο Αριστοτέλης Χρηστίδης και ο Σπύρος Κεφαλωνίτης. Εκτός της Διεύθυνσης Ιωαννίνων, σημαντική δρα­στηριότητα ανέπτυξε και η Διεύθυνση Πρέβεζας, όπως αποκαλύπτεται από το αρχειακό υλικό που έχει διασωθεί, όπου είχε τοποθετηθεί ο υπολοχαγός πυρο­βολικού Ιωάννης Παπαϊωάννου. Αντιθέ­τως, η δράση της Διεύθυνσης Αργυρο­κάστρου, όπου αποσπάστηκε πολύ αρ­γότερα (το 1908) ο υπολοχαγός πεζικού Νικόλαος Κοντογούρης, υπήρξε περιο­ρισμένη, λόγω των έκρυθμων συνθηκών που επικρατούσαν εκεί καθ' όλη τη διάρκεια των επομένων ετών.

Η οργάνωση του Ηπειρωτικού Κομιτάτου βασίστηκε στα οργανωτικά πρό­τυπα της Φιλικής Εταιρείας. Τα στελέχη οργανώνονταν σε μυστικές ομάδες που ιεραρχικά διακρίνονταν σε τρεις βαθμί­δες «εταίρους», «αδελφούς» και «ε­λευθερωτές», και ορκίζονταν πίστη και αφοσίωση στο πατριωτικό καθήκον. 

Χα­ρακτηριστικά, ο όρκος των ελευθερω­τών είχε ως εξής: «Ορκίζομαι επί του ιε­ρού Ευαγγελίου, εις το όνομα της μίας και αδιαιρέτου και ομοουσίου Αγίας Τριάδος, ότι θέλω χύσει και την τελευ- ταίαν ρανίδα του αίματος μου, προς απελευθέρωσιν της φιλτάτης μου πατρί­δος Ηπείρου όταν διαταχθώ προς τού­το, και ότι θέλω τηρήσει απόλυτον εχεμύθειαν περί του σκοπού και του έργου της Εταιρείας, εν η δε περιπτώσει φανώ επίορκος να υφίσταμαι τας συνεπείας τού περί ποινών μυστικού άρθρου και να είμαι επικατάρατος». 

Οι επικεφαλής της οργάνωσης διακρίνονταν σε οπλαρ­χηγούς που τίθεντο επικεφαλής των έ­νοπλων τμημάτων, κληρικούς και δημο­γέροντες, με ποικιλόμορφη δράση. Ηδη κατά το πρώτο έτος της ύπαρξης του Κομιτάτου σι μυημένοι στα Ιωάννινα έ­φτασαν τους 300 και στην ύπαιθρο τους 1.500, γρήγορα όμως αυτοί οι αριθμοί πολλαπλασιάστηκαν σε ολόκληρο το σαντζάκι Ιωαννίνων. Ετσι σε ένα σύνολο 100 περίπου χωριών, οργανώθηκαν επα­ναστατικές επιτροπές, με ανταρτικές ο­μάδες, καθώς και δίκτυο αγγελιαφόρων. Οι πληροφοριοδότες προέρχονταν από όλες τις κοινωνικές τάξεις, εξασφάλι­ζαν σχεδιαγράμματα που απεικόνιζαν τις τουρκικές οχυρώσεις, ενώ ορισμένοι συμμετείχαν και ως εργάτες στα οχυρω­ματικά έργα του Οθωμανικού (τουρκι­κού) Στρατού.

Το Κομιτάτο, εκτός των πληροφο­ριών που παρείχε στους μηχανισμούς της ελεύθερης Ελλάδας μέσω ταυ προ­ξενείου των Ιωαννίνων, άρχισε να μυεί και να οργανώνει ομάδες σε όλη την Ηπειρο, τις οποίες εξόπλιζε μυστικά, Η κυρία συμβολή των μυημένων της υπαί­θρου που ανήκαν στις τάξεις των «Ελευθερωτών», κατά τα πρώτα έτη της οργάνωσης, ήταν η μεταφορά όπλων και πυρομαχικών, συνήθως μέσα σε δέρμα­τα ζώων. Η διαδρομή που ακολουθείτο από τη στιγμή που το πολεμικό υλικό περνούσε τα σύνορα ήταν: Καλαρρύτες, Δρίσκος, Μονή Ντουραχάνης και αμέ­σως μετά σε επιλεγμένες θέσεις στη λίμνη Παμβώτιδα. Από εκεί τα όπλα αυτά διανέμονταν σε όλη την Ηπειρο, από την Πρέβεζα έως και τις περιοχές τις Χειμάρρας, του Δέλβινου και του Αργυρο­κάστρου. Ο οπλισμός αυτός είτε κατέ­ληγε απευθείας στα ένοπλα τμήματα που είχαν μόλις σχηματισθεί στους κόλ­πους της οργάνωσης είτε φυλασσόταν προκειμένου να χρησιμοποιηθεί μελλο­ντικά όποτε κρίνονταν πλέον πρόσφο­ρες οι συνθήκες για μαζική αντίσταση. Δεν είναι γνωστό με απόλυτη ακρίβεια πόσα όπλα εστάλησαν στην Ηπειρο. Πά­ντως, κατά τα δύο πρώτα έτη της δρά­σης μεταφέρθηκαν 1.450, ενώ συνολικά μέχρι τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, σύμφωνα με το αρχείο Δα­γκλή, προκύπτει οτι έφθασαν περίπου 15.000.

Σε όλες αυτές τις πρωτοβουλίες συμμετείχε ενεργά η Εκκλησία. Συγκε­κριμένα, πλήθος ναών και μοναστηριών μετατράπηκαν σε αποθήκες οπλισμού και κρησφύγετα για τους διωκομένους πατριώτες. Φυσικά, πολλοί κληρικοί ή­ταν μέλη του Ηπειρωτικού Κομιτάτου, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην εμπέδωση του αγωνιστικού πνεύματος, πλην της ιεραρχικά ανώτερης ομάδας των «Εταίρων» που ορκίζονταν ενώπιον των επικεφαλής της Α” Διεύθυνσης. Καί­ρια υπήρξε η συμβολή των ανώτερων κληρικών της Ηπείρου, όπως του μητρο­πολίτη Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνος Βλάχου, μετέπειτα αρχιεπισκόπου Αθη­νών, ο οποίος εμυήθη το 1907 από τον γραμματέα της Διεύθυνσης Αλέξανδρο Λειβαδέα. Μάλιστα, λόγω της πατριωτι­κής του δράσης, συνελήφθη προσωρινά από τις τουρκικές αρχές. Σημαντικές, ε­πίσης. μορφές στην εθνική προσπάθεια υπήρξαν ο επίσκοπος Φωτικής Χρυσό­στομος και ο ηγούμενος της μονής Αγίας Αικατερίνης Ιωαννίνων Ανθιμος Κτενιάδης. Αποφασιστική υπήρξε η προ­σπάθεια του μητροπολίτη Παραμυθιάς, Φιλιατών και Γηρομερίου, Ιερόθεου Ανδουλίδη, που έλαβε το προσωνύμιο «Λέων της Ηπείρου». Εκτός της συνερ­γασίας του με τα ένοπλα σώματα του Κο­μιτάτου που δρούσαν στην περιοχή της Θεσπρωτίας, συνέβαλε στη συσπείρωση του ποιμνίου του ενάντια στις επιθέσεις μουσουλμανικών ομάδων, αλβανικών και τουρκικών. Τη σημαντική του δράση συνέχισε ο διάδοχος του από το 1909, Νεόφυτος Κοτζαμανίδης.

ΕΝΟΠΛΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ

Η Α’ Διεύθυνση Ιωαννίνων συγκρό­τησε ένοπλες ομάδες τόσο στην πόλη των Ιωαννίνων όσο και στην ύπαιθρο. Σε όλη την κατεχόμενη Ήπειρο διεξήχθη­σαν επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον διωκτικών τμημάτων της οθωμανικής χωροφυλακής και ατάκτων ομάδων, Τούρκων ή Αλβανών, στις περιοχές Πρέ­βεζας, Καναλακίου, Γλυκύς, Γαρδικίου. Παραμυθιάς, Μανωλιάσσας, Χειμάρρας και Πρεμετής. Αξιόλογη υπήρξε από τους πρώτους μήνες της δράσης του Κομιτάτου η συμβολή του οπλαρχηγού Γεωργίου Αρκούδα, από τη Σαμαρίνα. Ομως η δράση του έληξε ύστερα από ε­νέδρα τουρκικού αποσπάσματος, τον Αύγουστο του 1906, κοντά στο χωριό Κουκούλι του Ζαγορίου, όπου έχασε τη ζωή του στη συμπλοκή που ακολούθη­σε. 

Από τις σημαντικότερες προσωπικό­τητες του αντάρτικου αγώνα στην Ηπει­ρο ήταν ο Ιωάννης Πουτέτσης, από την περιοχή του Αργυροκάστρου. Ο Πουτέ­τσης, που έφερε το ψευδώνυμο Βορ­γιας, με τη συμμετοχή του σε ένοπλες επιχειρήσεις στα ηπειρωτικά βουνά, από το 1906, σταδιακά αναδείχθηκε στις τάξεις του Ηπειρωτικού Κομιτάτου. Στις αρχές Οκτωβρίου του 1908, αφού διέ­φυγε τη σύλληψη ύστερα από τουρκική ενέδρα, ονομάσθηκε οπλαρχηγός στο χωριό Δραγουμή. Χρησιμοποιώντας ως ορμητήριο το μοναστήρι της Αγίας Πα­ρασκευής στα Πράμαντα, διεξήγαγε αρ­κετές μάχες τόσο με τα τουρκικά στρα­τεύματα όσο και με αντίστοιχες αλβανι­κές και ρουμανικές ομάδες ατάκτων. Από τα τέλη του Ιουλίου 1908 είχε ενταχθεί στον ένοπλο αγώνα και ο Σπύρος Κρομμύδας από το χωριό Ιερομνήμη, που θα επεδείκνυε σημαντική ανταρτι­κή δραστηριότητα στις περιοχές του Ολύτσικα και των Κουρέντων. Τον Οκτώ­βριο του ίδιου έτος έλαβε χώρα συ­μπλοκή της ομάδας Κρομμύδα με από­σπασμα τουρκικής χωροφυλακής στην Κρετσούνιστα, το οποίο τράπηκε σε ά­τακτη φυγή. Η δράση της ομάδας του Κρομμύδα συνεχίστηκε, και στις 2 Δε­κεμβρίου, κοντά στο χωριό Σουλόπουλο, αποδεκάτισε ένοπλη ομάδα του Νε­οτουρκικού Κομιτάτου. Γενικότερα, το σώμα του Κρομμύδα μαζί με αυτό του Πουτέτση αποτέλεσαν και τους σημα­ντικότερους αντιστασιακούς πυρήνες στην Ήπειρο μέχρι το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων.

Παράλληλα και στη Θεσπρωτία, από το 1908, οι μπέηδες της περιοχής και οι τουρκικές συμμορίες αντιμετώπιζαν την αντίσταση των ένοπλων ηπειρωτι­κών σωμάτων, που οργανώθηκαν από τον Κώστα Ζαρκάδη και τον Νικόλαο Κουτούπη από το Πόποβο, τον Κολοβό από το Σούλι και τον Γεώργιο και Αθανά­σιο Καρρά από το Ζωτικό. Σε αυτήν την προσπάθεια καίρια υπήρξε η συμβολή της μητρόπολης Παραμυθιάς, που πα­ρείχε σημαντικές πληροφορίες στα ένο­πλα τμήματα.

Δεν έλειψαν και απρόοπτες εξελί­ξεις, όπως όταν οι οθωμανικές αρχές κατέσχεσαν, τον Οκτώβριο του 1908, ύ­στερα από έφοδο στο κρησφύγετά του Πουτέτση, 40 πρωτόκολλα ορκωμοσίας μυημένων στελεχών. Η θέση του Πουτέ­τση κατέστη ιδιαίτερα επισφαλής, ό­μως, αφού κατάφερε να γλιτώσει από το κυνηγητό που είχαν εξαπολύσει ενα­ντίον του οι αρχές, ειδοποίησε εγκαί­ρως τους 40 συμπατριώτες του, ώστε να διαφύγουν τη σύλληψη. Το συγκεκριμέ­νο περιστατικό, παρόλο που δεν είχε τραγική κατάληξη, προκάλεσε ανησυχία στα οργανωτικά στελέχη του Κομιτάτου και υπήρξε η αφορμή για τη δημιουργία ενός περισσότερο συμπαγούς δικτύου πληροφοριών. Ο Πουτέτσης, δρώντας στην ύπαιθρο με το απόσπασμά του, κα­τάφερε σε πολλές περιπτώσεις να προστατεύει τους ντόπιους πληθυσμούς από τις αλβανικές και ρουμανικές ένο­πλες ομάδες, καθώς και από τις αυθαι­ρεσίες των οργάνων των οθωμανικών αρχών. Ταυτόχρονα, κατά την ένοπλη δράση του, συχνά απευθυνόταν στους χωρικούς και μιλούσε για τη χριστιανική πίστη, γι' αυτό και έλαβε τα προσωνύμια «Παπαγιάννης» και «Αγιος Κοσμάς»,

Φυσικά συνεργάστηκε στενά και με τις εκκλησιαστικές αρχές, όπως με τον μη­τροπολίτη Παραμυθιάς Νεόφυτο, αλλά και με τα ανταρτικά σώματα που δρού­σαν στην περιοχή του ποιμνίου του.

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ

Σημαντικό αντίκτυπο στη δράση του Ηπειρωτικού Κομιτάτου και γενικότερα στην ελληνική εξωτερική πολιτική είχε η Επανάσταση των Νεότουρκων, που κυριάρχησε στην οθωμανική πολιτική σκηνή τον Ιούλιο του 1908. Παρά τις αρ­χικές δεσμεύσεις για ισονομία στους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατο­ρίας, η κατάσταση που δημιουργήθηκε στο βιλαέτι των Ιωαννίνων με την επι­κράτηση του νεοτουρκικού κινήματος δεν συνετέλεσε στην άμβλυνση της ξέ­νης προπαγάνδας. Αντιθέτως, το γεγο­νός ότι στην εδραίωση του εν λόγω κι­νήματος συνέβαλε αποφασιστικά η στά­ση Αλβανών αξιωματικών και στρατιω­τών τοποθετημένων στην τουρκική φρουρά των Ιωαννίνων είχε ως συνέπεια οι Νεότουρκοι να εγγυηθούν στους τε­λευταίους σειρά από δικαιώματα που έ­θιγαν συστηματικά τις εθνικές διεκδι­κήσεις της Ελλάδας. 

Σε αυτό το πλαίσιο, ενώ ο ελληνικός πληθυσμός αρχικά ε­πέδειξε ανεκτικότητα απέναντι στη δη­μιουργία αλβανικών λεσχών, δείχνο­ντας ταυτοχρόνως ανοχή και απέναντι στην οθωμανική διοίκηση, όπως συνέβη στην Κόνιτσα, τους Φιλιάτες, το Βεράτιο, το Τεπελένι, την Πρεμετή και τον Αυλώνα, σύντομα διεφάνησαν οι σοβινι­στικές τους διαθέσεις. Έτσι, παρά την ε­φαρμογή ισονομίας που επεδίωξαν οι Ηπειρώτες στο πλαίσιο των νέων υποτι­θέμενων πολιτικών συνθηκών, δεν ήταν δυνατό να αποτρέψουν τη θεσμοθέτη­ση μέτρων που απειλούσαν την εθνική τους ταυτότητα. 

Μάλιστα, οι Τούρκοι, στο πνεύμα της αλβανικής υποστήριξης του νεοτουρκικού κινήματος, δέχθηκαν ως αντάλλαγμα να επιτρέψουν και τη σύσταση αλβανικών σχολείων και τη δη­μιουργία χωροφυλακής, η οποία θα απο­τελείτο κυρίως από Αλβανούς, όπως συ­νέβαινε στα χρόνια του Αλή πασά. Πά­ντως, η έντονη ανταρτική αλβανική πα­ρουσία. από τον Ιούλιο του 1908, ανησύ­χησε ιδιαίτερα τον επικεφαλής της Α’ Διεύθυνσης Θεόδωρο Μανέτα που είχε αναλάβει τη θέση αυτή μετά την αποχώ­ρηση του Τσιριγώτη, ενώ εκφράζονταν και φόβοι για ενδεχόμενη κάθοδο αλβανικών πληθυσμών σε περιοχές με αμιγή ελληνική παρουσία, εξαιτίας της ιδιαί­τερα στενής αλβανοτουρκικής συνερ­γασίας.

Στο πλαίσιο της υποτιθέμενης ισο­πολιτείας του νεοτουρκικού κινήματος προβλεπόταν η μετατροπή των ιδιωτι­κών σχολείων σε κρατικά, γεγονός το ο­ποίο είχε άμεση συνέπεια την υποχρεω­τική εισαγωγή της τουρκικής γλώσσας και ιστορίας στα ελληνικά σχολεία. Στο ίδιο πλαίσιο εντασσόταν η υποχρεωτική κατάταξη στον Οθωμανικό Στρατό και μη Τούρκων, αρκεί αυτοί να διαβιούσαν εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η καθολική στράτευση υπήρξε ένα από τα μέτρα των Νεότουρκων που αποσκο­πούσαν στην εθνική αλλοίωση των αλ­λογενών κοινοτήτων στην οθωμανική κοινωνία, ενώ στα Ιωάννινα στρατολο­γήθηκαν συνολικά 720 χριστιανοί. Αυτό, όμως το μέτρο εξελίχθηκε σε δίκοπο μαχαίρι για την τουρκική πολιτική, κα­θότι πολλοί Ελληνες, Οθωμανοί υπήκο­οι, που υπηρετούσαν στον Οθωμανικό Στρατό, υπήρξαν πληροφοριοδότες προς όφελος της Ελλάδος, όπως ο Mικρασιάτης Νικόλαος Μιζαντζιόγλου ή Νικολάκης εφέντης αξιωματικός του Βεχήπ μπέη. Ο Μιζαντζιόγλου μάλιστα σχεδίασε και παρέδωσε τον χάρτη των τουρκικών οχυρών με τις ακριβείς θέ­σεις των πυροβολείων. Σημαντικός, επί­σης, πληροφοριοδότης υπήρξε ο Δημή­τριος Παπαϊωάννου, μυημένος στο Ηπειρωτικό Κομιτάτο από τον Λειβαδέα το 1906, που προσέφερε τα σχέδια των οχυρωματικών θέσεων στο Δουρούτι,στη Σαδοβίτσα και στο Γαρδίκι, καθώς και άλλες πολύτιμες πληροφορίες. Ση­μαντικά στοιχεία για τις τουρκικές θέ­σεις και κινήσεις στρατευμάτων προσέ­φεραν και πολλοί άλλοι που υπηρετού­σαν στον Οθωμανικό Στρατό, όπως ο Χρήστος Κωνσταντινίδης, ο οποίος είχε τοποθετηθεί στη φρουρά του οχυρού της Καστρίτσας.

Μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των πολιτικών αλλαγών δεν άργησε η ανα­διοργάνωση και της ελληνικής πολιτι­κής. Αμέσως μετά την κήρυξη του νεο­τουρκικού κινήματος πραγματοποιήθη­καν αλλαγές στην οργάνωση της Διεύ­θυνσης Ιωαννίνων και συγκροτήθηκαν επιπλέον δύο τμήματα εντός της πόλης και τρία στην ευρύτερη περιοχή: Ζαγορίου, Ζίτσας και Ζορίστης. Παράλληλα με τη γενικότερη αναδιάρθρωση της ε­ξωτερικής πολιτικής, αναβαθμίστηκε η θέση του επικεφαλής του Ηπειρωτικού Κομιτάτου, Παναγιώτη Δαγκλή. Τον Αύ­γουστο του 1908, με προσωπική εντολή του πρωθυπουργού Γεωργίου Θεοτόκη, ο Δαγκλής συγκρότησε και διηύθυνε και την «Πανελλήνιον Οργάνωσίν», α­πόρρητη κρατική υπηρεσία, που απο­σκοπούσε στον συντονισμό των αλυτρωτικών αγώνων του Ελληνισμού. Τον ίδιο μήνα συστήθηκε στα Ιωάννινα ο “Ελληνικός Πολιτικός Σύλλογος”, με πρόεδρο των Γεώργιο Τζαβέλλα, υπο­στηριζόμενος από το ίδιο το Ηπειρωτικό Κομιτάτο και με σκοπό να συσπειρώσει τους ντόπιους. Μάλιστα, το 1909 ο Σύλ­λογος απέκτησε το δικό του δημοσιο­γραφικό όργανο, την εφημερίδα «Ηπει­ρος», με εκδότη τον Γεώργιο Χατζή, ο ο­ποίος αγωνίσθηκε για τα εθνικά δίκαια με πλούσια αρθρογραφία ενώ με καυ­στικό ύφος κατέκρινε την πολιτική των Νεότουρκων.

Παρόλη την προσπάθεια όμως για ενδυνάμωση του εθνικού αγώνα, σημα­ντικό εμπόδιο στη δράση του Κομιτάτου αποτέλεσε, το καλοκαίρι του 1909, η αλλαγή πολιτικής στάσης προς την Οθω­μανική Αυτοκρατορία από τη κυβέρνηση Δημητρίου Ράλλη, με την ε­φαρμογή πολιτικής ύφεσης απέναντι της. Ιδιαίτερα με την απόφαση να τερ­ματιστεί κάθε είδους επαναστατική δραστηριότητα δεν δίστασε να διατάξει και τη διακοπή της αποστολής οπλισμού προς την Ηπειρο, αλλά και την ανάκλη­ση όλων των αξιωματικών που υπηρε­τούσαν στα προξενεία της περιοχής. Ομως, μετά την πτώση της στις 15 Αυ­γούστου το Ηπειρωτικό Κομιτάτο κα­τόρθωσε να ενισχύσει και πάλι το φρό­νημα των Ηπειρωτών, δίνοντας τη δυνα­τότητα για ανασυγκρότηση και συνέχι­ση της ένοπλης και μη δράσης αδιάλει­πτα μέχρι και τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο. 

Προς την κατεύθυνση αυτή κινήθηκε δυναμικά, από τον Νοέμβριο του ιδίου έτους, ο νέος πρόξενος Ιωαννίνων, Άγγελος Τυπάλδος Φορέστης, ο οποίος ανέλαβε ταυτόχρονα και την Α’ Διεύ­θυνση της οργάνωσης. Ο Φορέστης α­νασυγκρότησε το δίκτυο πληροφοριών ­και ενίσχυσε σημαντικά τον εξοπλισμό του Κομιτάτου. Παράλληλα με τη δράση του Φορέστη αξιόλογη ήταν η συμβολή και του διερμηνέα του προξενείου, Νι­κολάου Χαντέλη. Σημαντικότατες υπη­ρεσίες προσέφερε και ο μητροπολίτης Ιωαννίνων, Γερβάσιος Ωρολογάς, από τη στιγμή της τοποθέτησής του, τον Ιούνιο του 1910. Ο Γερβάσιος συντόνιζε τις ε­νέργειες των ιερέων στα χωριά που υπά­γονταν στη μητρόπολή του και υπήρξε από τους πρώτους που διαμαρτυρήθη­καν ενάντια στα νέα σχέδια που μεθό­δευαν οι Νεότουρκοι, κατά το καλοκαίρι του ίδιου έτους, ενώ παράλληλα βρι­σκόταν σε διαρκή συνεργασία με τον Αγγελο Φορέστη. Παρ’ όλα αυτά δεν α­πεφεύχθη η ρήξη μεταξύ τους, σχετικά με το θέμα της ένοπλης δράσης. Ενώ ο Γερβάσιος ήταν αντίθετος στην εκτετα­μένη ένοπλη δραστηριότητα, λόγω της επιβολής σκληρών αντιποίνων κατά του αμάχου πληθυσμού, αντίθετα ο Φορέ­στης θεωρούσε αιχμή του δόρατος της προαπελευθερωτικής διαδικασίας τη διενέργεια δολιοφθορών εις βάρος των Τούρκων.

Σημαντική υπήρξε και η συμβολή ο­ρισμένων Ευρωπαίων διπλωματών στα Ιωάννινα, και μάλιστα αυτών που υπηρε­τούσαν εκείνη την εποχή στα προξενεία των Ιωαννίνων. Ο Γάλλος πρόξενος, Εντγκάρ Ντουσάπ, από κοινού με τη σύ­ζυγο του υπήρξαν ένθερμοι υποστηρι­κτές των ελληνικών δικαίων, άσκησαν την επιρροή τους προς τις τουρκικές αρχές για την προστασία πολλών Ελλή­νων και προσέφεραν ανεκτίμητες πλη­ροφορίες στην ελληνική πλευρά. Ανάλο­γη στάση τήρησε και ο πρόξενος της Ρωσίας Νικαλάι Τσελκούνωφ, όπως και ο διπλωματικός πράκτορας της Βρετα­νίας, ταγματάρχης Γουίλις. Αντίθετα, η στάση των τοπικών διπλωματών της Ιτα­λίας και της Αυστροουγγαρίας ήταν πα­ραδοσιακά προσανατολισμένη κατά της Ελλάδας. Ιδιαίτερα ο πρόξενος της Αυ­στροουγγαρίας, Κ. Μπιλίνσκι, πέρα από την ανθελληνική γραμμή που τηρούσε σύμφωνα με τις υποδείξεις της κυβέρνησής του, υπήρξε και φανατικός μισέλ­ληνας βρισκόταν πάντοτε στο πλευρό της ηγεσίας του Οθωμανικού Στρατού και δεν δίσταζε να παρίσταται σε απαγχονισμούς Ελλήνων πατριωτών, ακόμη και να φωτογραφίζεται μαζί τους κατά τη διάρκεια των εκτελέσεων.

ΓΕΝΙΚΕΥΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΠΛΟΚΩΝ

Ενώ η δράση των αποσπασμάτων Κρομμύδα-Πουτέτση συνεχιζόταν, στην περιοχή του Κασιδιάρη τμήματα τουρκι­κής χωροφυλακής προέβαιναν σε συστη­ματικά αντίποινα κατά του αμάχου πληθυσμού. Επλήγησαν ιδιαίτερα τα χω­ριά Ιερομνήμη, Λίθινο, Κρετσούνιστα, Μπριάνιστα, Μαζαράκη, Κουτρουλάδες και Μπουρντάρι, ενώ καθαρά για λόγους εκφοβισμού έλαβαν χώρα συλλήψεις και εκτοπισμοί χωρικών. Στις αρχές του 1909 οι διώξεις που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί της υπαίθρου από τις οθωμα­νικές διωκτικές αρχές, ως αντίποινα για τη δράση των αποσπασμάτων Πουτέτση και Κρομμύδα, ανάγκασαν την ηγεσία του Ηπειρωτικού Κομιτάτου να αποφασί­σει την προσωρινή παύση της δράσης τους και την ανάκληση τους στην ελεύ­θερη Ελλάδα. Ετσι, παρόλο που οι κύριοι οπλαρχηγοί της οργάνωσης κατάφερναν πάντα να διαφεύγουν τη σύλληψη, τελι­κά τον Ιανουάριο του 1909 αποσύρθηκαν προσωρινά από την Ηπειρο. Αυτή η από­φαση όμως δεν σήμανε την οριστική λή­ξη της δράσης τους στην περιοχή, αλλά συνέχιζαν να αναλαμβάνουν μεμονωμέ­νες αποστολές όποτε το απαιτούσαν οι συνθήκες. Από την άλλη πλευρά ο αριθ­μός των Ελλήνων στις τοπικές τουρκικές φυλακές παρέμενε ιδιαίτερα υψηλός, ενώ τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους ο α­ριθμός των κρατουμένων ανερχόταν σε 782 άτομα. Παράλληλα οι καταγγελίες από διάφορες ξένες πηγές προπαγάν­δας, κυρίως από την αυστριακή, ότι οι Έλληνες ετοιμάζονταν να επαναστατή­σουν μαζικά δυσχέραιναν ακόμη περισ­σότερο την ιδιαίτερα ψυχρή ατμόσφαιρα της εποχής.

Εντω μεταξύ η ρουμανική προπαγάν­δα γινόταν πιο έντονη σε περιοχές της Πίνδου και του Ζαγορίου όπου διαβιού­σαν και ελληνοβλαχικές κοινότητες. Στη Βωβούσα, του ανατολικού Ζαγορίου, σώ­ματα ατάκτων προέβησαν σε δολοφο­νίες προσώπων που υπερασπίζονταν τα εθνικά συμφέροντα. Δεν άργησε όμως να έλθει η απάντηση από το Ηπειρωτικό Κομιτάτο, και τον Ιούνιο του 1909 τα σώ­ματα των Ιωάννη Τζιαφρά και Κωνσταντί­νου Γκαναβιάρη εξουδετέρωσαν τη ρου­μανική συμμορία των Σκουμπραίων, που λυμαινόταν την ευρύτερη περιοχή και α­παιτούσε την ίδρυση ρουμανικών σχο­λείων. Αλλά και οι επιτυχίες του αποσπά­σματος Πουτέτση, το οποίο εκτελούσε ε­πιλεγμένες αποστολές στο ηπειρωτικό έ­δαφος, δεν περνούσαν απαρατήρητες. Συγκεκριμένα, πέτυχε την εξόντωση ε­χθρικών (αλβανικών) τμημάτων στις 17 Ιουνίου 1909 στο νησί των Ιωαννίνων και τον Νοέμβριο του ίδι­ου έτους κοντά στη Μανωλιάσσα. Ατυχο όμως υπήρξε άλλο ένοπλο τμήμα, υπό τον I. Λέντζο, που δέχθηκε επίθεση στην Κρετσούνιστα, τον Δεκέμβριο του 1909, με αποτέλεσμα τον θάνατο του επικεφα­λής της ομάδας.

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ

Η ικανοποίηση ενός, ακόμη, κύματος αλβανικών αιτημάτων από την Πύλη, τον Ιούλιο του 1912, προκάλεσε σύσσωμη την αντίδραση των Ηπειρωτών, που εκ­φράστηκε με μαζικές τηλεγραφικές δια­μαρτυρίες προς την Κωνσταντινούπολη, στις οποίες τόνιζαν την ελληνικότητα της περιοχής καθώς και την αντίθεσή τους στις σχετικές απόπειρες βίαιου εξαλβανισμού της Ηπείρου, ενώ ζήτησαν από την Πύλη και την προστασία του Οθωμανικού Στρατού από τις επιθέσεις αλβανικών συμμοριών, που ήταν ιδιαίτε­ρα έντονες στην περιοχή του Αργυροκά­στρου. Τελικά αυτού του είδους η κινη­τοποίηση υπήρξε μάταιη και οι τουρκι­κές αρχές προχώρησαν στον διορισμό Αλβανών αξιωματούχων στην Ηπειρο. Επιπρόσθετα, Αλβανοί κακοποιοί και φυ­γόδικοι στρατολογήθηκαν ως χωροφύ­λακες, με αποτέλεσμα να πολλαπλασια­στούν οι ληστρικές επιδρομές.

Σε απάντηση αυτής της προκλητικής οθωμανικής πολιτικής δεν άργησε να ε­νταθεί η ένοπλη δραστηριότητα του Ηπειρωτικού Κομιτάτου. Από τον Ιούνιο του 1912 είχαν εισέλθει στην Ηπειρο τρία ανταρτικά σώματα, υπό τους Καραγεώργο. Περιστέρη και Επαμεινώνδα Παπανίκο. Στο τελευταίο εντάχθηκαν πολ­λά μέλη του Κομιτάτου από την περιοχή του Μετσόβου. Δεν έλειψαν και οι πρω­τοβουλίες Ελλήνων πατριωτών που προ­έβησαν σε ενέργειες που δεν είχαν την έγκριση της ηγεσίας της οργάνωσης. Ετσι, στις 27 Ιουλίου, δολοφονήθηκε ο πρόεδρος της αλβανικής λέσχης που εί­χε ιδρυθεί στα Ιωάννινα, ενέργεια όμως που εξέθεσε την ελληνική πλευρά ενώ­πιον των τουρκικών αρχών και έδωσε το έναυσμα για μαζικές φυλακίσεις. Η δολο­φονία πιθανότατα διαπράχθηκε από τον Γρηγόριο Φαρμάκη, από την περιοχή του Αργυροκάστρου, ανιψιό του οπλαρχη­γού Πουτέτση, χωρίς όμως να έχει προη­γηθεί σχετική εντολή από το Κομιτάτο ή το προξενείο.

Την πλέον δυναμική δράση επέδειξε και πάλι το απόσπασμα Πουτέτση, το ο­ποίο πέρασε τα σύνορα στις αρχές Αυ­γούστου και κατευθύνθηκε αρχικά προς τη Θεσπρωτία. Σκοπός του αποσπάσμα­τος ήταν να καταλήξει στις περιοχές Αργυροκάστρου και Δέλβινου, ώστε να προστατεύσει τους ελληνικούς πληθυ­σμούς από τις ακρότητες αλβανικών ο­μάδων, Τις επόμενες εβδομάδες δόθη­καν σκληρές μάχες, όχι μόνο με άτακτα τμήματα μουσουλμάνων Αλβανών αλλά και με τις τουρκικές διωκτικές αρχές. Ο Πουτέτσης κατόπιν διαταγής από το Ηπειρωτικό Κομιτάτο αναχώρησε από Αραχωβίτσα, πέρασε τον Καλαμά, την ε­παρχία Πωγωνίου και έφτασε στις 13 Σε­πτεμβρίου στην Κρανιά του Δέλβινου. Εκεί έλαβε χώρα συμπλοκή με τμήματα αλβανικών συμμοριών, που αποκρού­σθηκαν με επιτυχία και τράπηκαν σε φυγή. Ενώ όμως το κυνηγητό κατά του Πουτέτση γινόταν όλο και πιο έντονο, στις 25 Σεπτεμβρίου βρέθηκε περικυ­κλωμένος, στο χωριό Τσούκα του Δέλβινου από τουρκικό απόσπασμα επικου­ρούμενο από Αλβανούς ατάκτους. 
Στην άνιση σύγκρουση που ακολούθησε, βρή­κε μαζί και με άλλους συμπολεμιστές του τον θάνατο. Η απώλεια του Πουτέτση, ενός από τους ικανότερους οπλαρ­χηγούς της Α’ Διεύθυνσης, είχε πολύ σο­βαρό αντίκτυπο, τον καιρό μάλιστα που το Ηπειρωτικό Κομιτάτο επεδίωκε την ε­νίσχυση της ένοπλης δραστηριότητας για την αντιμετώπιση των τουρκικών και αλβανικών τμημάτων που δρούσαν στην Ήπειρο και μάλιστα λίγες μόνο ημέρες πριν ξεσπάσει ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος.

ΚΑΤΑΣΚΟΠΕΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΛΑΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ

Η κήρυξη του πολέμου κατά της Τουρκίας στις 5 Οκτωβρίου 1912 αναπτέ­ρωσε τα όνειρα των Ηπειρωτών για την εκπλήρωση των εθνικών πόθων. Ομως η έναρξη του πολέμου σήμανε την εφαρ­μογή στρατιωτικού νόμου από τις τουρ­κικές αρχές και τη χρησιμοποίηση απάν­θρωπων μέοων κατά του πληθυσμού της Ηπείρου, ενώ ομάδες ατάκτων φανατι­σμένων Τούρκων τρομοκρατούσαν αμά­χους και προέβαιναν σε εκτελέσεις ατό­μων, μη εξαιρουμένων και των ιερέων. Ως αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητας περίπου 46 χωριά της Ηπείρου πυρπολή­θηκαν. 

Εντός του Οκτωβρίου πέντε κλη­ρικοί είχαν παραπεμφθεί στο έκτακτο τουρκικό στρατοδικείο και καταδικάστη­καν σε θάνατο δι απαγχονισμού. Τη σύλ­ληψη δεν διέφυγαν ούτε τα στελέχη της εφημερίδας “Ηπειρος» Δημήτριος Κούτσικος και Γεώργιος Χατζής, στα οποία απαγγέλθηκε η θανατική ποινή, φανήκαν όμως περισσότερο τυχεροί, καθώς η ποι­νή τους δεν εκτελέστηκε λόγω της πτώ­σης της Θεσσαλονίκης. Πάντως μέσα στον γενικότερο αναβρασμό, η συμβολή του μητροπολίτη Ιωαννίνων Γερβάσιου Ωρολογά υπήρξε καίρια. Ύστερα από έ­ντονες παραστάσεις στον Τούρκο στρα­τηγό, Εσάτ πασά επιτεύχθηκε μερικός αφοπλισμός των φανατισμένων τουρκι­κών τμημάτων που λυμαίνονταν την ύ­παιθρο. Την ίδια στιγμή με πρωτοβουλία του Γερβάσιου, και ενώ κάθε οικονομική ενίσχυση από την Ελλάδα ήταν αδύνατη λόγω του πολέμου, πραγματοποιήθηκε έρανος υπέρ της Α' Διεύθυνσης του Ηπειρωτικού Κομιτάτου, προκειμένου να διατεθούν τα χρηματικά ποσά για εξυπη­ρέτηση εθνικών αναγκών.

Όσον αφορά τα προσωπικό του προ­ξενείου των Ιωαννίνων, αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου, ο πρόξενος Φορέ­στης και ο υποπρόξενος Τσερέπης απο­χώρησαν. Παρέμεινε, ως Οθωμανός υπή­κοος, ο διερμηνέας Νικόλαος Χαντέλης, που γνώριζε τον κρυπτογραφικό κώδικα και τον οποίον είχε εμπιστευθεί μόνο στον συνάδελφο του, διερμηνέα του γαλ­λικού προξενείου, Ιωάννη Λάππα. Με τη βοήθεια ενός τρίτου ατόμου, της ανιψιάς του Λάππα και κόρης του Γεωργίου Τζ βέλλα, Αντιγόνης, ανέλαβαν να συνεχί­σουν το έργο της ελληνικής κατασκοπεί­ας στην Ηπειρο, κρυπτογραφώντας και αποκρυπτογραφώντας πληροφορίες από και προς το Ελληνικό Στρατηγείο στη Φιλιππιάδα και το Εμίν Αγά. Μάλιστα ο Τζαβέλλας βρισκόταν υπό στενή παρακο­λούθηση από τους Τούρκους και τελικά δεν απέφυγε τη σύλληψη και φυλάκιση.

ΑΝΤΑΡΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΗΠΕΙΡΟΥ


Τα ανταρτικά σώματα του Κομιτάτου διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο υπό τις διαταγές του Ελληνικού Στρατηγείου κα­τά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο, ήδη από την έναρξή του. Ο αριθμός των Ηπειρω­τών εθελοντών κατά τη διάρκεια του πο­λέμου υπολογίζεται ότι ανήλθε σε 6.500 με 7.000 άτομα. Η προσφορά τους λάμ­βανε ποικίλες μορφές και συνίστατο π.χ. στη διενέργεια αντιπερισπασμών, δολιο­φθορών αλλά και στην παροχή πολύτι­μων πληροφοριών σχετικά με τις κινή­σεις του εχθρού και τις ιδιαιτερότητες της εκάστοτε τοποθεσίας. Παράλληλα, στην Ηπειρο πολλοί χωρικοί κινητοποιή­θηκαν χρησιμοποιώντας τα κρυμμένα ό­πλα που είχαν συγκεντρωθεί, κατέφυγαν στα βουνά της περιοχής και εντάχθηκαν σε ανταρτικές ομάδες. Αλλοι πάλι διέφυ­γαν προς το Ελληνικό Στρατηγείο, σχη­μάτισαν ξεχωριστά σώματα ή εντάσσο­νταν στις υφιστάμενες μονάδες του τα­κτικού στρατού.
Picture
Σε στενή συνεργασία με τα ανταρτι­κά τμήματα έδρασε το Μικτό Ηπειρωτικό Απόσπασμα, με πρώτο διοικητή, από τις 15 Οκτωβρίου έως τις 23 Νοεμβρίου 1912, τον υπολοχαγό Δημήτριο Μπότσα­ρη. Η συγκρότηση του, μαζί με την ανά­γκη για τη χρησιμοποίηση εθελοντών, υ­πήρξε επιβεβλημένη λόγω της μειωμέ­νης αριθμητικής ισχύος του Στρατού Ηπείρου κατά την πρώτη φάση των επι­χειρήσεων στο εκεί μέτωπο. Αποτελούσε στην ουσία την πλαγιοφυλακή, προκει­μένου να αποκρουσθεί ενδεχόμενη α­ντεπίθεση τουρκικών δυνάμεων από τη Θεσπρωτία.

Στις διάφορες μάχες στις οποίες ενε­πλάκη το Μικτο Απόσπασμα στις περιοχές Ολυτσικα, Σουλίου, Παραμυθιάς και Καλαμά είχε την υποστήριξη των τοπικών ανταρτικών τμημάτων, μεταξύ αυτών και 500 Σουλιωτών, ενώ συμμετείχαν ακόμη ιερείς αλλά και γυναίκες. Μάλιστα σε έκ­θεση του Δημητρίου Μπότσαρη, γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην προσφορά των Ηπειρωτισσών στον αγώνα: «…άλλα, εβοήθησαν αυθορμήτως εις την μεταφοράν πολεμοφοδίων και τροφίμων, άλλοι δε συμμετέσχον ουσιαστικώς εις τον α­γώνα, δείξασαι σταθερότητα ηθικού σθέ­νους κατά τας μάχας…». 

Στην ίδια ανα­φορά μνημονεύεται και η Μαρία Ναστούλη, από τα Δερδίζιανα, η οποία έγινε κα­πετάνισσα της 24 Οκτωβρίου 1912 και α­μέσως ανέλαβε ένοπλη δράση. Ο αθηναϊ­κός Τύπος περιγράφει με θαυμασμό τα κατορθώματά της Ναστούλη στις μάχες: «…επέδειξε θάρρος και ανδρεία πολε­μούσα όρθια επί ώρα και συνετέλεσε ση- μαντικώς εις την απόκρουσιν των Τούρ­κων. οι οποίοι επετέθησαν εναντίον του χωριού της, διά να τα πυρπολήσουν».

Ενώ η προέλαση του Ελληνικού Στρατού συνεχιζόταν με βραδείς ρυθ­μούς, στις 30 Οκτωβρίου οι τακτικές δυ­νάμεις, σε συνεργασία με τους οπλαρχη­γούς Τζίμα και Κουτούπη, εξεδίωξαν ε­χθρικά τμήματα από την περιοχή του Φα­ναριού. Στα τέλη του επόμενου μήνα, τμήματα υπό την αρχηγία του Σπύρου Κρομμύδα, ενισχυμένα με 90 Κρήτες α­ντάρτες και τις ομάδες των οπλαρχηγών Κουτούπη και Καρρά, επετέθησαν κατά των τουρκικού αποσπάσματος που φύ­λαγε το πέρασμα μεταξύ Ελευθεροχωρίου και Σκάλας Παραμυθιάς. Τα τουρκικά στρατεύματα, παρά την ενίσχυση από τους χωρικούς μουσουλμάνους της Θε­σπρωτίας, τράπηκαν σε φυγή, αφήνο­ντας 160 νεκρούς και 34 αιχμάλωτους. Από τους Έλληνες σκοτώθηκαν μόνο τρεις. Ένας από αυτούς ήταν ο Κουτούπης, τη στιγμή που είχε πάρει ως λάφυρο την τουρκική σημαία.

Η δράση του οπλαρχηγού Σπύρου Κρομμύδα περιελάμβανε και σημαντικές επιχειρήσεις δολιοφθορών πίσω από τις εχθρικές γραμμές. Τη νύκτα της 10ης προς την 11η Φεβρουαρίου 1913, με την υποστήριξη 100 ανδρών, στους οποίους περιλαμβάνονταν και τα σώματα των ο­πλαρχηγών Κολοβού και Σ. Μπόλα, κα­θώς και σημαντικός αριθμός ντόπιων, κατέστρεψε όλους τους μύλους στα ρέ­ματα της Κεφαλής και της Παλιουρής, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του σημα­ντικός αριθμός Τούρκων. Η σημασία του εγχειρήματος υπήρξε μεγάλη, καθώς οι συγκεκριμένοι μύλοι ήταν η βασική πηγή από την οποία ο τουρκικός στρατός Ηπείρου εφοδιαζόταν με αλεύρι και σιτηρά. 

Η τούρκικη απάντηση στη δολιοφθο­ρά στη Βελτσίστα υπήρξε άμεση, και την επόμενη ημέρα τα τμήματα του Κρομμύ­δα και Κολοβού συγκρούστηκαν με από­σπασμα του Οθωμανικού Στρατού στην περιοχή, όμως κατάφεραν να διαφύγουν. Στις 15 Φεβρουαρίου 1913, τμήμα του Οθωμανικού Στρατού αποτελούμενο από 800 άνδρες επιτέθηκε στα σώματα Κρομμύδα και Κολοβού, στο Σουλόπουλο, επί της οδού Ιωαννίνων-Φιλιατών. Αποτέ­λεσμα της συμπλοκής ήταν η υποχώρη­ση των επιτιθεμένων, οι οποίοι άφησαν πίσω περίπου 50 νεκρούς, μεταξύ των ο­ποίων ήταν και τον επικεφαλής τους.

Ανταρτική δραστηριότητα σημειώθη­κε και στο ανατολικό πλευρό του μετώ­που, στην Πίνδο. Το Μέτσοβο απελευθε­ρώθηκε από τον τουρκικό ζυγό στις 31 Οκτωβρίου 1912, από μικρό απόσπασμα υπό τον αντισυνταγματάρχη Σταμάτη Μήτσα, στο οποίο συμμετείχαν σώματα Ηπειρωτών και Κρητών. Τον επόμενο ό­μως μήνα υπήρξε άμεσος κίνδυνος ανα­κατάληψης από εχθρικές δυνάμεις, κα­θώς ο Εσσάτ πασάς οργάνωσε συνδυα­σμένη επίθεση δύο στρατιωτικών τμημά­των, ενώ μέχρι και τον Φεβρουάριο στην ευρύτερη περιοχή διεξάγονταν τοπικοί αγώνες άτακτου πολέμου.

Το τέλος του αγώνα δεν άργησε να διαφανεί, και στις 21 Φεβρουαρίου 1913 εκπληρώθηκαν οι πόθοι αιώνων με την παράδοση των Ιωαννίνων, σφραγίζοντας έτσι την ένοπλη δραστηριότητα του Ηπειρωτικού Κομιτάτου.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το Ηπειρωτικό Κομιτάτο αποσκοπού­σε κατά κύριο λόγο στην αντιμετώπιση της ξένης προπαγάνδας και στην ένοπλη οργάνωση του ηπειρωτικού Ελληνισμού.

Παράλληλα κατόρθωσε να ενισχύσει το φρόνημα των Ηπειρωτών και να στερεώ­σει την πίστη τους στην απελευθέρωση της Ηπείρου, που είχε κλονισθεί σοβαρά λόγω των αποφάσεων του Συνεδρίου του Βερολίνου, το 1878. και του Ελληνοτουρ­κικού Πολέμου του 1897. Η συμβολή της οργάνωσης από την ίδρυση της το 1906, μέχρι την κήρυξη του πολέμου τον Οκτώβριο του 1912. στην προαπελευθερωτική διαδικασία της Ηπείρου, μπορεί να συνοψιστεί σε δυο βασικές λειτουρ­γίες: στη στρατολόγηση πλέον των 3.200 ενόπλων μελών, εντεταγμένων σε 60 α­νταρτικές ομάδες και στην καθημερινή ενημέρωση του Γενικού Στρατηγείου και των λοιπών μηχανισμών της ελεύθερης Ελλάδας, με εκθέσεις και αναφορές για τη διάταξη και δύναμη του Οθωμανικού Στρατού.

Φυσικά, αυτή η προσπάθεια δεν στα­μάτησε με την κήρυξη των Βαλκανικών Πολέμων, αλλά συνεχίστηκε και εντάθη­κε μέχρι και την απελευθέρωση της Ηπείρου με την παροχή υποστήριξης προς τον Ελληνικό Στρατό, είτε ενεργά, με τη δράση των εθελοντικών ομάδων, τη διενέργεια αντιπερισπασμών, δολιο­φθορών ή και την άμεση ενσωμάτωση τμημάτων στον τακτικό στρατό, είτε με την παροχή πολύτιμων πληροφοριών σχετικά με τις κινήσεις του εχθρού. Πα­ράλληλα, μέσω των τοπικών προξενείων, τα οποία συνέβαλαν στην οργάνωση και εδραίωση του Κομιτάτου, το Ελληνικό Στρατηγείο ελάμβανε πλήθος πληροφο­ριών ζωτικής σημασίας.



amyntika.gr
0 Comments



Leave a Reply.


    Picture

    Μικροσπηλιά Καιρός



    ​Επικοινωνία

    Picture
    Τις καταγγελίες, τα παράπονα και τις απόψεις σας, μπορείτε να τα στείλετε στο email: 
    taneatismikrospilias24
    @yahoo.gr


    Picture

    Top Άρθρα

    FWT Homepage Translator

Powered by Create your own unique website with customizable templates.
  • ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
  • ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΕΜΑΣ
  • ΜΙΚΡΟΣΠΗΛΙΑ TV
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
  • I ❤ ΜΙΚΡΟΣΠΗΛΙΑ